Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφυσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφυσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019

Η Σιωπή Tystnaden (1962)

Lasciate ogne speranza voi ch’ intrate
μτφρ: Αφήστε κάθε ελπίδα, εσείς που μπαίνετε
(η επιγραφή στην είσοδο της κολάσεως, από τη «Θεία Κωμωδία»)



Σκην.  Ingmar Bergman
   

    Η Σιωπή γυρίστηκε το 1963 και αποτελεί το τρίτο μέρος και την κορύφωση της περίφημης τριλογίας ταινιών του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, των<<ταινιών δωματίου>>,  όπως ονομάστηκαν. Οι υπόλοιπες δύο είναι το <<Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη>> και το<<Χειμερινό φως>>.
      Δύο αδελφές η Έστερ και η Άννα μαζί με τον Γιόχαν, τον μικρό γιό της τελευταίας ταξιδεύουν με τραίνο και φτάνουν σε μία πόλη, της οποίας το όνομα είναι Τιμούκου, που σημαίνει στα εσθονικά-αυτή που ανήκει στο δήμιο. Τίποτε άλλο δεν μας γνωστοποιείται στην ταινία, ούτε ο τόπος προέλευσης των ταξιδιωτών, ούτε ο προορισμός τους, ούτε η ταυτότητα της πόλης. Μία πόλη, της οποίας οι κάτοικοι μιλούν μία ακατανόητη γλώσσα και που στους δρόμους της διαρκώς κυκλοφορούν καμιόνια με στρατιωτικό υλικό, σαφής ένδειξη ότι θα ξεσπάσει πόλεμος.
       Η σχέση μεταξύ των δύο αδελφών χαρακτηρίζεται από εχθρότητα και ζήλια. Η Έστερ -τι όμορφη γυναίκα θεέ μου- (Ingrid Thulin) είναι μία μεταφράστρια, ετοιμοθάνατη, διανοούμενη, ταγμένη εξ' ολοκλήρου στο Πνεύμα, η οποία υποτιμά την αδελφή της για την αισθησιακή ζωή, που διάγει και τις απολαύσεις, που διαρκώς κυνηγά- αποκλειστικά σεξουαλικές. Η Άννα (Gunel Lindblom) είναι το εντελώς αντίθετο-περισσότερο σαρκική και γήινη, όχι όμως και πιο ανθρώπινη, διαπνέεται από αισθήματα ζήλιας και μνησικακίας προς την αδελφή της και προσπαθεί να βρει τη λύτρωση και το νόημα της ζωής μέσα από το απρόσωπο, κτηνώδες σαρκικό σεξ. Ο δεκάχρονος Γιόχαν-με τα μάτια του οποίου ο Μπέργκμαν ήθελε να βλέπει ο θεατής την εξέλιξη των όσων διαδραματίζονται-καταλύει με την μητέρα του και την θεία του σ' ένα ξενοδοχείο, το οποίο πιο πολύ μοιάζει με καθαρτήριο παρά με ξενοδοχείο.

   
     Γιατί λοιπόν Σιωπή σαν τίτλος; Μα γιατί σε ολόκληρη την ταινία επικρατεί στην ουσία πλήρης έλλειψη επικοινωνίας, σιωπή. Κανείς δεν μπορεί να συνεννοηθεί με κανέναν. Το επάγγελμα της Έστερ δεν είναι τυχαίο ότι είναι μεταφράστρια. Η αδυναμία συνεννόησης είτε σε συναισθηματικό επίπεδο αλλά και σε καθαρά γλωσσικό κυριαρχεί σε όλο το φιλμ. Ωστόσο εδώ σιωπή είναι η Σιωπή του Θεού. Αν και δεν αναφέρεται ούτε μία φορά η λέξη Θεός, όλα περιστρέφονται γύρω από αυτόν ή την έλλειψη ή Σιωπή του. Φαινομενικά η θεματική του φιλμ είναι ψυχολογική-είναι και τέτοια-στην πραγματικότητα όμως είναι  μεταφυσική, η οποία αναφέρεται στην απουσία πλέον της μεταφυσικής. Ο Μπέργκμαν αναθρεμμένος σ'ένα αυστηρό προτεσταντικό περιβάλλον πάντοτε αναζητούσε την παρουσία του Θεού στον κόσμο. Στη Σιωπή πιστεύει ότι αυτή δεν υπάρχει και πέφτει συνακόλουθα σε απελπισία. Ο Μπέργκμαν ποτέ δεν συμφιλιώθηκε με την αθεία του και γι’ αυτό θαύμαζε τον Ταρκόφσκι και την πίστη του. Έλεγε για το Ρώσο σκηνοθέτη-Με τον Ταρκόφσκι βρέθηκα στην πόρτα ενός δωματίου,του οποίου τα κλειδιά δεν μου είχαν δοθεί μέχρι τότε. Ο Ντοστογιέφσκι είχε γράψει <<Αν ο Θεός δεν υπάρχει, τότε όλα επιτρέπονται, δεν υπάρχει ηθική, η ζωή είναι κόλαση >>. Αυτή την κόλαση εικονοποιεί έξοχα ο Μπέργκμαν στη Σιωπή-άνθρωποι, που δεν επικοινωνούν, που μισιούνται, κάνουν έρωτα σαν αυτόματα, πεθαίνουν ανώνυμα σε ανώνυμα ξενοδοχεία . Οι μόνες λέξεις που γίνονται κατανοητές μεταξύ της Έστερ και του ξενοδόχου είναι η μουσική και ο Μπαχ. Φυσικά δεν είναι τυχαία η επιλογή των συγκεκριμένων λέξεων. Η τέχνη, και ιδιαίτερα η μουσική, είναι η μόνη γλώσσα που ξεπερνάει τους φραγμούς των λέξεων και τείνει όχι μόνο στην επικοινωνία αλλά και στην προσέγγιση με το Θείο. Ο κατεξοχήν <<θεικός>> συνθέτης είναι βέβαια ο Μπαχ, αφού πέραν του ότι αποτελεί την μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυία, που περπάτησε στον πλανήτη, αφιέρωσε το σύνολο της μουσικής του στον Θεό. Ούτε όμως ο Μπαχ, ούτε οι καλές προθέσεις της Έστερ να προσεγγίσει την αδελφή της θα φέρουν αποτέλεσμα. Το αδιέξοδο και η απελπισία θριαμβεύουν, εκτός από την τελευταία σκηνή και το περίφημο σημείωμα, που δίνει στον αγαπημένο της ανιψιό η Έστερ, η οποία αφήνεται εγκαταλελειμμένη στο ξενοδοχείο να πεθάνει.  Όλα αυτά ο Μπέργκμαν μας τα δείχνει με ένα εξαιρετικά μοντέρνο μοντάζ και με πλάνα που θυμίζουν γερμανικό εξπρεσιονισμό.
  Να σημειώσουμε τέλος ότι η ταινία την εποχή της γνώρισε τεράστια επιτυχία και σημείωσε σκάνδαλο εξαιτίας δύο ερωτικών σκηνών, που ελάχιστα σοκάρουν στις μέρες μας. Μέχρι και σήμερα παραμένει ανάμεσα στις γνωστότερες ταινίες του Σουηδού σκηνοθέτη και κατά τη γνώμη μας αποτελεί την συμπύκνωση και κορύφωση του έργου του Μπέργκμαν.


   

                                        
                                    

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019

Μόμπυ Ντικ 1956

Σκην-  John Huston
Με τους-  Gregory Peck, Richard Basehart

                   
Όλοι οι άνθρωποι είμαστε δολοφόνοι, στη στεριά και στη θάλασσα-
Herman Melville

 Ο Μόμπυ Ντικ είναι η Μεγάλη Λευκή Φάλαινα,<<αυτό που συνθλίβει την ράτσα μας, μία φρικαλέα, υποβλητική δύναμη>> σύμφωνα με τον συγγραφέα Χ. Μέλβιλ. Δίκαια το Μόμπυ Ντικ θεωρείται το μεγάλο Αμερικάνικο μυθιστόρημα και ένα από τα αιώνια πνευματικά έργα του παγκόσμιου πολιτισμού. Eχουν γραφτεί και γράφονται εκατοντάδες μελέτες γι’ αυτό, υπάρχουν δεκάδες έδρες σε πανεπιστήμια αφιερωμένες στο συγγραφέα και συνεχώς θα ερευνάται αυτό το τεράστιο σε όγκο και σε αξία μυθιστόρημα με την πυκνή αφήγηση, την δύσκολη γλώσσα και προ πάντων τους συμβολισμούς του.
    Το βιβλίο θα εκδωθεί το 1851 ωστόσο οι κριτικοί θα το κατακεραυνώσουν. Θεωρείται ακατανόητο, σκοτεινό και απαισιόδοξο, με άμεση συνέπεια οι πωλήσεις να είναι ελάχιστες. Σιγά σιγά  το έργο του Μέλβιλ ξεχνιέται μαζί με τον συγγραφέα, ο οποίος θα πεθάνει το 1891 εντελώς ξεχασμένος – μόνο μια εφημερίδα δημοσίευσε τον θάνατό του και αυτή έγραψε το όνομά του λάθος. Έπρεπε να περάσουν 25 χρόνια για να επανεκτιμήσουν την αξία του οι διανοούμενοι αρχικά και ο κόσμος αργότερα. Για τους ίδιους τους Αμερικάνους ο Μόμπυ Ντικ είναι η δική τους Ιλιάδα και η μορφή της λευκής φάλαινας έχει πλέον εγγραφεί στο συλλογικό ασυνείδητο του δυτικού κόσμου.
                     
 (Η πρώτη έκδοση του βιβλίου)

    
       Η υπόθεση είναι γνωστή σε όλους- ένα φαλαινοθηρικό, το Πίκουοντ, ξεκινάει στα μέσα του 19ου αιώνα από ένα λιμάνι της Βορείου Αμερικής για να κυνηγήσει φάλαινες. Καπετάνιος όμως του πλοίου είναι ο Άχαμπ, ο οποίος ενδιαφέρεται για ένα μόνο πράγμα- να σκοτώσει τον Μόμπυ Ντικ, μια τεράστια λετκή φάλαινα που τον σακάτεψε σ’ένα προηγούμενό του ταξίδι. Καθώς εξελίσσεται το βιβλίο- και η ταινία- παρακολουθούμε έντρομοι το μένος και το άσβεστο, εμμονικό μίσος του Άχαμπ για τον Μόμπυ Ντικ. Δεν τον ενδιαφέρει τίποτε άλλο. Θάνατος στον Μόμπυ Ντικ, το τέρας πρέπει να πεθάνει ακόμα και αν συντριβεί όλος ο κόσμος.
                          
                        

    

    Εδώ λοιπόν κρύβεται το μεγάλο ερώτημα και η ουσία του βιβλίου- Τί συμβολίζει ο Μόμπυ Ντικ; Γιατί τον μισεί τόσο θανάσιμα ο Άχαμπ συμπαρασύροντας ολόκληρο το πλήρωμά του σε μια αποστολή αυτοκτονίας; Κάποιοι μελετητές θεωρούν ότι ο Άχαμπ βλέπει τον Μόμπυ Ντικ σαν την ενσάρκωση του απόλυτου Κακού, το οποίο πρέπει να εξολοθρεύσει. Θέλοντας λοιπόν ο Άχαμπ να κάνει το απόλυτο Καλό, γίνεται τελικά το τέρας, που επιθυμεί να σκοτώσει. Ο Καρλ Γιουνγκ πιστεύει ότι ο Μόμπυ Ντικ αποτελεί μια αλληγορία του σκοτεινού ασυνειδήτου της ανθρώπινης ψυχής. Ο Μόμπυ Ντικ είναι απλά μια φάλαινα, το αληθινό κακό είναι ο ίδιος ο Άχαμπ με την αλαζονεία και την παραφροσύνη του. Μια άλλη άποψη, την οποία υιοθετεί η ταινία, και εμείς εν μέρει, είναι ότι ο Μόμπυ Ντικ συμβολίζει τον ιδιο τον Θεό, έναν σιωπηλό και σαδιστή Θεό, που βρίσκει ηδονή να βασανίζει και να θανατώνει τα δημιουργήματά του. Ο Άχαμπ θεωρεί τον εαυτό του προορισμένο να δολοφονήσει τον Θεό. Λέει σ’ένα σημείο του βιβλίου- << όλα τα ορατά αντικείμενα δεν μοιάζουν παρά σαν χάρτινες μάσκες.... βλέπω μέσα σ’αυτή την φάλαινα μια δύναμη υπερβατική γεμάτη κακία, αυτό το ακατόνητο πράγμα μισώ, μην μου μιλάς φίλε λοιπόν για βλαστήμια, θα χτυπούσα και τον ίδιο τον ήλιο αν με πρόσβαλλε.>>.
     Ο ίδιος όμως ο Μέλβιλ ( ο οποίος ήταν χριστιανός) δια στόματος του Ισμαήλ (ο κύριος πρωταγωνιστής του βιβλίου) αποσαφηνίζει καλύτερα τα πράγματα με τα εξής λόγια, τα οποία παρεμπιπτόντως δεν υπάρχουν στη ταινία αλλά μόνο στο βιβλίο και ίσως αποτελούν το κλειδί για να ξεκλειδώσει το αίνιγμα  << Αυτός ο ιερός χαρακτήρας του Λευκού κρύβει κάτι μέσα του, που αν και επέβαλε τον σεβασμό, την ίδια ακριβώς στιγμή προκαλούσε κ’ έναν ανείπωτο τρόμο (… ) μήπως τούτη η ασπρίλα της φάλαινας υποδηλώνει το άψυχο κενό και με τον τρόπο αυτό μας μαχαιρώνει από πίσω , μπήγοντάς μας την ιδέα της μηδαμινότητας; Εκείνη η άχρωμη και τέλεια εικόνα της απουσίας του  Θεού, που μπροστά της ζαρώνουμε από τον φόβο; >>.


                  

    

      Την ταινία τώρα την σκηνοθέτησε ο πλέον κατάλληλος, ο Τζων Χιούστον. Ο Χιούστον είναι ο κατεξοχήν σκηνοθέτης των αιωνίως loosers, των τραγικά ηρωικών ατόμων,  τα οποία αν και γνωρίζουν εξ αρχής ότι θα χάσουν ρίχνονται με τα μούτρα στον κίνδυνο μόνο και μόνο για την χαρά της περιπέτειας και της ίδιας της ζωής. Όλο το πλήρωμα του Πίκουοντ, με πρώτο βέβαια τον Άχαμπ, ορμάει σ’ένα θανατηφόρο κυνήγι γνωρίζοντας ότι είναι καταδικασμένο, ότι διαπράττουν κάτι βλάσφημο και ανίερο..ωστόσο το κάνουν χωρίς δισταγμό.
    Η ταινία τηρεί πιστά το πνεύμα του βιβλίου, σχεδόν όλοι οι διάλογοι είναι ίδιοι με το πρωτότυπο. Μοναδική παράλειψη η παρουσία του Φενταλλάχ, του κρυφού και ικανότατου καμακιστή, τον οποίον ο Άχαμπ έκρυβε στο αμπάρι μέχρι τα μισά του ταξιδιού. Ο Φενταλλάχ είναι Πέρσης κυνηγός, μονίμως σιωπηλός, το υπόλοιπο πλήρωμα ον φοβάται και τον θεωρεί δαίμονα και συμβολίζει την μυστικιστική, τελείως παραδομένη στην μαγεία, πλευρά του Άχαμπ (και ίσως του ίδιου του συγγραφέα).  
 (O Φενταλλαχ)


     Επίσης να σημειώσουμε ότι όλες οι σκηνές του κυνηγιού και της τελικής μονομαχίας είναι γυρισμένες σε φυσικούς χώρους, γεγονός πρωτοφανές για εκείνη την εποχή. Η δράση είναι έντονη, με γρήγορους ρυθμούς χωρίς ωστόσο να έρχεται σε δεύτερη μοίρα ο υπαρξιακός και φιλοσοφικός στοχασμός του βιβλίου. Επαναλαμβάνουμε- η ιστορία του Μόμπυ Ντικ δεν είναι μία απλή ναυτική περιπέτεια, είναι ο απελπισμένος αγώνας του Ανθρώπου να ξεπεράσει την πραγματικότητα και την Μοίρα, όλα τα σκοτεινά ερωτήματα, που βασανίζουν το είδος μας από την αυγή της εμφάνισής μας.
     Κλείνοντας οφείλουμε να αναφρέουμε ότι η καλύτερη μετάφραση και η πλήρης εκδοχή του βιβλίου είναι αυτή του Α.Κ. Χριστοδούλου στις εκδόσεις  Gutenberg, από τη οποία και δανειστήκαμε τα προαναφερθέντα χωρία.



                                

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2019

H έβδομη σφραγίδα (The Seventh Seal) 1957

Σκην.- Ingmar Bergman

Με τους-  Max von Sydow , Gunnar Björnstrand, Bibi Andersson


                                       Η πίστη είναι ο χώρος της απόλυτης μοναξιάς...
                                       Η αγωνία είναι η μόνη βεβαιότητα..
                                                Κίρκεγκωρ (Δανός φιλοσοφος)




   Βρισκόμαστε στα βάθη του Μεσαίωνα. Ένας σταυροφόρος, ο Αντόνιους Μπλοκ, επιστρέφει στην πατρίδα του, τη Σουηδία, αφού πολέμησε δέκα χρόνια στους Άγιους Τόπους επιθυμώντας να υπηρετήσει έναν σκοπό και ίσως να κερδίσει μια θέση στον Παράδεισο. Ωστόσο, αντί να έλθει σαν δαφνοστεφανωμένος νικητής, πλήρης αυτοπεποίθησης και δικαίωσης, γυρίζει σωστό ερείπιο. Όλες του οι βεβαιότητες και η πίστη του έχουν χαθεί, η αμφιβολία τον κατατρώει εσωτερικά, υποψιάζεται την κενότητα των εννοιών θρησκεία, ιερός σκοπός και συνακόλουθα τον παραλογισμό και την φρίκη της ανθρώπινης ζωής, αφού αυτή δεν έχει ένα υπερβατό νόημα, που να μας κατευθύνει. Είναι εμφανές ότι ο σταυροφόρος δεν είναι ένας ήρωας του καιρού του αλλά μία φιγούρα της νεωτερικότητας μεταφυτευμένη στην κατεξοχήν εποχή του μυστικισμού και της σκοτεινής πίστης -τον Μεσαίωνα. Συν τοις άλλοις, πέραν του ότι δεν βρήκε τον Παράδεισο υπηρετώντας την υπόθεση των Σταυροφοριών, βλέπει την πατρίδα του να έχει μετατραπεί σε μια αληθινή κόλαση, μιας και έχει ενσκήψει επιδημία πανούκλας σε όλη την χώρα. Πρόκειται για αληθινό γεγονός, όταν στα μέσα του 13ου αιώνα η πανούκλα αφάνισε πάνω από το 1/3 του πληθυσμού της Ευρώπης.
   Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, με το που ακουμπάει τις όχθες της Σουηδίας, ο ίδιος ο Θάνατος τον περιμένει για τον πάρει μαζί του. Ο Μπλοκ όμως αρνείται και του προτείνει να παίξουν μία παρτίδα σκάκι και να τον αφήσει να ζήσει, όσο κρατήσει το παιχνίδι. Μαζί του ο Σταυροφόρος έχει και τον ιπποκόμο του, ο οποίος είναι το εντελώς αντίθετο. Κυνικός σε σημείο μηδενισμού, ρεαλιστής, δεν τον απασχολεί το κρυμμένο πίσω από τα πάντα νόημα, γήινος, ζει τη ζωή του σε κάθε της στιγμή πίνοντας και φλερτάροντας ασύστολα.

        

   
          Στην περιπλάνησή του αυτός ο ιδιόρρυθμος Δον Κιχώτης με τον Σάντσο Πάντσα του θα συναντήσουν διάφορους τύπους ανθρώπων, αυτομαστιγώμενους, μάγισσες που καίγονται στην πυρά, απατεώνες αλλά και ένα αντρόγυνο πλανόδιων ηθοποιών μαζί με το αγοράκι τους. Η οικογένεια αυτή είναι οι μόνοι αγνοί και αθώοι μέσα σε αυτή την κοιλάδα των δακρύων. Συμβολίζουν την Αγία Οικογένεια, τον Ιωσήφ, την Μαρία και τον μικρό Χριστό, αφού και τα ονόματά τους εκεί παραπέμπουν. Ακόμη, τον Σταυροφόρο τον περιμένει η πιστή του γυναίκα στον πύργο τους.
     Θα λέγαμε ότι υπάρχουν κάποιες ομοιότητες του Μπλοκ με τον ομηρικό Οδυσσέα. Είναι αμφότεροι πολεμιστές, ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους αφιερώθηκε στην περιπλάνηση, τους περιμένει και τους δύο μια πιστή αγαπημένη. Ωστόσο, υπάρχουν δύο θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ τους, οι οποίες μας σκιαγραφούν καλύτερα τον Αντόνιους Μπλοκ. Ο Οδυσσέας επιστρέφει στην πατρίδα του και ΓΝΩΡΙΖΕΙ, έχει κατακτήσει την πολυπόθητη γνώση και σοφία από την εμπειρία. Ο Αντόνιους, παρ'όλη την εμπειρία, διατελεί εν πλήρη αγνοία και συγχύσει. Η αμφιβολία και η αγωνία τον έχει συντρίψει. Επιπρόσθετα, ο Οδυσσέας σε όλο του το πολύπαθο ταξίδι έχει τους θεούς δίπλα του, ο Ποσειδώνας τον εκδικείται, η Αθηνά τον βοηθάει, αισθάνεται, σχεδόν βλέπει τους θεούς. Ο Αντόνιους Μπλοκ αισθάνεται την απουσία και τη σιωπή του Θεού. Ικετεύει για ένα σημάδι, έστω ένα κάτι, αλλά ο Θεός παραμένει σιωπηλός. Και αν δεν υπάρχει; Τον δοκιμάζει ο Θάνατος σαν άλλος Μεφιστοφελής. Τότε η ζωή είναι μια φρίκη! απαντά ο Μπλοκ. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Σουηδός σκηνοθέτης ονομάζει την ταινία του έβδομη Σφραγίδα, αφού σύμφωνα με την Αποκάλυψη του Ιωάννη << Όταν άνοιξε την έβδομη σφραγίδα, έγινε σιγή στον ουρανό περίπου μισή ώρα>>. Σιγή λοιπόν, η σιγή του Θεού(όρος,με τον οποίον θα ασχοληθεί ο Μπέργκμαν στην καλύτερή του ταινία, τη Σιωπή του 1962).
             

     Εκεί όμως που ο Σταυροφόρος τα βλέπει όλα μαύρα, ο Ιωσήφ, ο πατέρας - πλανόδιος ηθοποιός, βλέπει την ίδια την Παναγία να περπατά μαζί με το Θείο Βρέφος. Εκεί που ο Σταυροφόρος πνίγεται στα βάθη της απελπισίας του, αυτός αγαπάει την γυναίκα του και χαίρεται τη ζωή και τις απλές χαρές της, μεταγγίζοντας τελικά την γνώση της αγαθότητας και αισιοδοξίας -Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι- στον κατάμαυρο Αντόνιους Μπλοκ. Ίσως να θέλει να μας πει ο σκηνοθέτης ότι η ομορφιά, η ελπίδα και ο Θεός μπορεί να βρεθούν, αν διατηρούμε την αγαθότητα και την διάθεση για ζωή.
Πάντα όμως, όσο καλοί και να είμαστε στο σκάκι, ο Θάνατος είναι πολύ καλύτερος παίχτης, μπορεί να μας αφήνει να νομίζουμε ότι νικάμε, μα στο τέλος πάντα αυτός νικά.
      
Δεν είναι όμως κακό μέχρι τότε να το διασκεδάσουμε και να γευτούμε την γνήσια, αποκρυσταλλωμένη αίσθηση της ζωής. Έτσι και αλλιώς κανείς δεν θα βγει ζωντανός από εδώ μέσα..


         Το ακόλουθο βίντεο είναι ένα τραγούδι του Scott Walker    
         εμπνευσμένο από την ταινία 






BLADE RUNNER

        To Blade Runner δεν ήταν ποτέ μόνο μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Μπορεί η αφετηρία του να ήταν το <<Do Androids ...