Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ

 


   

   
     Το γουέστερν αποτελούσε για ολόκληρες δεκαετίες ίσως το πιο δημοφιλές κινηματογραφικό είδος. Είναι η εποποιία της Άγριας Δύσης, η ίδια η αμερικάνικη ιστορία. Εκτός όμως αυτού του ιδιαίτερου χαρακτήρα του, όπως εύστοχα έχει αναφερθεί, το γουέστερν είναι ο πιο αληθινός κινηματογράφος. Η απήχησή του ήταν πραγματικά παγκόσμια, οι μάζες το αγκάλιασαν,ενώ,όπως θα δούμε παρακάτω,γουέστερν-και σημαντικότατα μάλιστα-γυρίστηκαν και εκτός των ΗΠΑ. Αυτό εξηγείται σ’ένα βαθμό από το γεγονός ότι οι ΗΠΑ ήδη από τα χρόνια του Β παγκοσμίου  πολέμου αναδείχθηκαν σε μία νέα αυτοκρατορία, η οποία επέβαλλε τα δικά της πολιτιστικά πρότυπα, ούτως ώστε να καταστούν παγκόσμια και κυρίαρχα. Σ’ένα όμως δεύτερο επίπεδο η διεθνής απήχηση του γουέστερν οφείλεται στο ότι ο βασικός πυρήνας της μυθοπλασίας του εμπεριέχει τα πιο δομικά μέρη των πανάρχαιων μύθων και ιστοριών του ανθρώπινου πολιτισμού. Το γουέστερν,ως η σύγχρονη μυθολογία του πιο νέου έθνους, του αμερικάνικου, ήταν το καταλληλότερο όχημα για να αφηγηθεί την καινούργια οδύσσεια του ανθρώπου. Τα θεμέλια οικοδόμησης του αμερικάνικου έθνους χτίζουν το ίδιο το γουέστερν ως φιλμική κατασκευή και πνευματική δημιουργία. Το ελεύθερο πνεύμα των πιονέρων, η αναζήτηση και η περιπλάνηση, ο καινούργιος άνθρωπος, που εγκαταλείπει τον παλαιό κόσμο (Ευρώπη) και σε μια νέα παρθένα Γη μετατρέπεται σ΄ένα καινούργιο άτομο, αναβαπτισμένο και καθαρμένο από τις αμαρτίες του παλαιού κόσμου. Εδώ ωστόσο οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η ιστορική αλήθεια είναι διαφορετική-γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η αμερικανική ιστορία και ότι το χιλιοειπωμένο land of the free and the brave θεμελιώθηκε στη σφαγή των γηγενών αμερικάνων, των ινδιάνων, την πιο άγρια μορφή δουλοκτησίας των μαύρων, το ρατσισμό κ.ο.κ. Εν τούτοις ακόμα και αυτά τα μελανά σημεία της αμερικάνικης ιστορίας με την εξέλιξη του είδους εμφανίζονται στις ταινίες γουέστερν. Η κυρίαρχη αντίθεση και ιδέα, που διαπνέει ολόκληρο το γουέστερν από την αρχή της δημιουργίας του μέχρι τώρα είναι η εξής-κοιλάδα, βουνά, άγρια φύση στον ένα πόλο και στον άλλο πόλεις, οργανωμένη  νομοθεσία, βιομηχανία, μονοπώλια, εν ολίγοις καπιταλισμός. Πως δηλαδή ο ανυπότακτος πιονέρος θα μετατραπεί σε έναν μικροαστό, κάτοικο της πόλης. Ο Τζον Γουέιν στο Searchers ή θα αναπαυτεί στο home του ή θα γυρίζει ολομόναχος στην έρημο.

                          

      Οι αρχές μέχρι και τον πόλεμο
    
   Το γουέστερν γεννιέται ταυτόχρονα με τον κινηματογράφο αλλά-και αυτό είναι εκπληκτικό-στα πρώτα του βήματα δεν ασχολείται με την ιστορία και το παρελθόν αλλά με το παρόν, είναι ταινίες της επικαιρότητας. Η Άγρια Δύση ακόμα δεν έχει <<εξημερωθεί>> εντελώς, οι καουμπόυδες και οι ντεσπεράντος  αλωνίζουν στην ύπαιθρο, ενώ οι Ινδιάνοι ακόμα αντιστέκονται-ελάχιστοι όμως πια. Η πρώτη γνωστή ταινία του είδους είναι η θρυλική Μεγάλη ληστεία του τραίνου το 1903. Μέχρι το 1917 οι Μπρόνκο Μπιλ και Τομ Μιξ, οι οποίοι παρεμπιπτόντως ήταν αληθινοί καουμπόυς,θα κυριαρχήσουν στο είδος. 
  Ωστόσο το γουέστερν θα μεταβεί στην ώριμή του φάση από τα μέσα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 30 καταρχάς με το Plainsman (1936) του Σεσίλ Ντε Μιλ με τον Γκάρυ Κούπερ,τον πρώτο αληθινό σταρ του είδους, αλλά κυρίως το 1939,όταν ο Ιρλανδοαμερικάνος Τζον Φορντ θα γυρίσει το Stagecoach, ένα από τα καλύτερα γουέστερν,για το οποίο ο Αντρέ Μπαζέν έγραψε Είναι το ιδανικό παράδειγμα ενός στιλ που έφτασε στον κλασικισμό, και το Drums along the Mohawk, το οποίο αναφέρεται στην περίοδο 1760-1770. Και οι δύο ταινίες θα μας παρουσιάσουν δύο ηθοποιούς, των οποίων η καριέρα έκτοτε ταυτίστηκε με το γουέστερν, η πρώτη τον Τζον Γουέιν και η δεύτερη τον Χένρι Φόντα. Μετά από αυτά τα προαναφερθέντα φιλμ, το γουέστερν γίνεται δεκτό σαν σεβαστό κινηματογραφικό είδος και σοβαρή τέχνη. Ο Τζον Φορντ είναι ο πιο γνωστός και μάλλον ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης του είδους.Θα καθορίσει την αρχιτεκτονική και την δομή του,δημιουργώντας σειρά μιμητών. Με συνέπεια θα σκηνοθετήσει δεκάδες γουέστερν, εκ των οποίων τα περισσότερα είναι αληθινά αριστουργήματα. 
Ενδεικτικά αναφέρουμε τα -My darling Clementine (1946), Fort Apache (1948), 3 godfathers(1948), WagonMaster (1950), The searchers (1956) το οποίο θεωρείται το καλύτερο γουέστερν και πρόσφατα ονομάστηκε μνημείο ανθρώπινου πολιτισμού από το Μουσείο Τέχνης των ΗΠΑ, Τhe man who shoot Libery Valance (1962)-ριζοσπαστική απομυθοποίηση του μύθου της Άγριας Δύσης- και Το Δειλινό της Μεγάλης Σφαγής (Cheyenne Autymn) (1964), ταινία απολογητική προς τους Ινδιάνους,όπου προβάλλει-έστω συμβατικά-τα δεινά, που υπέστησαν από τους λευκούς.    
                              
                        
                           
                    Το αποκορύφωμα
     Μετά τον πόλεμο το γουέστερν θα κυριαρχήσει εντελώς.Η δημοφιλία του ξεπερνάει κάθε όριο και γίνεται αγαπητό από τους πάντες-από τον πιο λαικό εργάτη μέχρι τον διανοούμενο. Επίσης σταδιακά ο χαρακτήρας του και ο προβληματισμός του αλλάζει, γίνεται πιο διανοουμενίστικο, πιο σκοτεινό και κάποιες φορές πολιτικό. Για παράδειγμα Το τραίνο θα σφυρίξει τρεις φορές(1952) του Φρεντ Τσίνεμαν αποτελεί μια πανέξυπνη αλληγορία για τον μακαρθισμό.Το Ο σκλάβος,που δεν λύγισε ποτέ (Apache -1954) αλλά και το Σπασμένο Βέλος (Broken Arrow-1950) είναι οι πρώτες φιλοινδιάνικες ταινίες,ενώ το Oxbow incident(1943) είναι μια ολομέτωπη επίθεση στο νόμο του λυντσαρίσματος.Πάνω απ’όλα όμως το γουέστερν είναι μια μεγάλη ψυχαγωγία, μία ανεπανάληπτη κινηματογραφική απόλαυση και εμπειρία. Ενδεικτικό είναι ότι ποτέ κανένα κινηματογραφικό είδος δεν έκανε τόσο συχνή αλλά και εξαιρετική χρήση του τράβελινγκ και του πανοραμίκ.
  Άλλοι μεγάλοι σκηνοθέτες,που θα ασχοληθούν είναι ο Χάουαρντ Χωκς,ο οποίος θα σκηνοθετήσει μερικές από τις πιο κλασσικές ταινίες του είδους,όπως Το Κόκκινο Ποτάμι (The red river -1948), The Big Sky(1952) και φυσικά το Ρίο Μπραβο (1959)Ο Φριτς Λανγκ θα μας προσφέρει το παραγνωρισμένο αλλά υπέροχο Western Union (1941), το Rancho Notorious (1952) και το  Unconquered (1947)για το οποίο πολύ σωστά αναφέρει ο κριτικός Μπάμπης Ακτσόγλου<<είναι ένα από τα ωραιότερα γουέστερν με φόντο τα πρώτα χρόνια στον Νέο Κόσμο>>. Ο Άντονυ Μαν επιλέγει ως μόνιμο πρωταγωνιστή του τον Τζαίημς Στίουαρτ γυρίζοντας μια σειρά αξιοπρόσεκτων ταινιών,όπως το Γυμνό Σπηρούνι (Naked Spur 1953) και το Man from Laramie (1955).Ο Ράουλ Γουώλς θα γυρίσει το πρωτότυπο ως προς το θέμα Distant Drums (1951)  και το Along the great divide (1951). Ο κατάλογος είναι πραγματικά ατελείωτος, θα προσθέσουμε λίγες ακόμα ταινίες-The Far Horizons (1955) του Rudolph Maté, Garden of Evil (1954) του Henry Hathaway Johnny Guitar (1954) του Νίκολας Ρέι και Northwest Passage(1940) του King Vidor.
                
             

                      Δεκαετία 60
  Με την έλευση της δεκαετίας του 60 και τις κατακλυσμιαίες αλλαγές,που επέφερε, ήταν φυσικό το γουέστερν γι’άλλη μια φορά να αλλάξει χαρακτήρα και να ριζοσπαστικοποιηθεί ακόμα περισσότερο.Το Μικρο μεγάλο Ανθρωπάκι (1970) του Άρθουρ Πεν και το Soldier Blue (1970)  του Ραλφ Νέσον τάσσονται ακραιφνώς με τους Ινδιάνους και δείχνουν με απίστευτη ωμότητα την γενοκτονία τους από τους λευκούς. Με τους δύο ληστές (Butch Cassidy and the Sundance Kid-1969) του Τζωρτζ Ροι Χιλλ η αντισυμβατική νεολαία της εποχής ανακαλύπτει δύο νέα αντι-ηρωικά πρότυπα , ενώ στο Man in the Wilderness (1971), τοποίο  διαπραγματεύεται-καλύτερα- το ίδιο γεγονός με το  μετριότατο Revenant, η Άγρια Δύση παρουσιάζεται αληθινά άγρια και πρωτόγονη. Το νέο όνομα όμως, που θα κυριαρχήσει στο χώρο,είναι φυσικά ο Σαμ Πέκινπα,ο οποίος θα στυλιζάρει τη βία, όπως κανείς άλλος δεν το είχε κάνει μέχρι τότε σε όλον τον κινηματογράφο,και θα σκηνοθετήσει ταινίες ορόσημο με πιο γνωστή τη θρυλική Άγρια ΣυμμορίαΠέραν όμως όλων αυτών τη δεκαετία του 60 θα εμφανιστεί όχι στην Αμερική αλλά στην Ιταλία ένα νέο είδος γουέστερν,που θα αλλάξει εντελώς την όψη του.

                         
(Man in the wilderness)
               
          ΣΠΑΓΓΕΤΙ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ
   
        Από το 1963 στην Ιταλία θα αρχίσει η παραγωγή ταινιών γουέστερν πρωτίστως για να ικανοποιηθεί η εγχώρια και αργότερα η ευρωπαική αγορά.Ταινίες με ελάχιστο προυπολογισμό, γυρίζονται σε λίγες εβδομάδες με πρωταγωνιστές ιταλούς ή ισπανούς ηθοποιούς και ξεπεσμένους αμερικάνους σταρ.Το 1964 όμως ένας νέος σκηνοθέτης, ο Σέρτζιο Λεόνε,αντιγράφοντας σκηνή προς σκηνή το Γιοζίμπο του Ακίρα Κουροσάβα,θα γυρίσει το Για μια χούφτα δολλάρια, το πρώτο ιταλικό γουέστερν,το οποίο πέραν της μεγάλης του εμπορικής επιτυχίας, αποτέλεσε έναν αληθινό καλλιτεχνικό θρίαμβο. Στυλιζαρισμένο στο έπακρο,σε συνδυασμό με την μουσική του πρωτοεμφανιζόμενου τότε Ένιο Μορικόνε, αποτελει μία σύγχρονη βίαιη καουμπόικη όπερα.Το είδος ονομάστηκε ειρωνικά σπαγγέτι και στην αρχή απορρίφθηκε μετά βδελυγμίας κυρίως από τους αμερικάνους κριτικούς. Στην Ευρώπη ωστόσο αγαπήθηκε με ιδιαίτερο πάθος κατακτώντας από το 1966 συνακόλουθα και τις ΗΠΑ επηρεάζοντας και αλλάζοντας την μορφή και την ιδεολογία του προτύπου,που προσπαθούσε να μιμηθεί, του ίδιου του αμερικάνικου γουέστερν. Η αλήθεια είναι ότι τα σπαγγέτι έδωσαν ένα φιλί ζωής και ανανέωσαν το είδος. Η Άγρια Συμμορία, οι Γύπες πετούν χαμηλά (Two mules for sister sara -1970)  και πολλά άλλα αμερικάνικα γουέστερν επηρεάστηκαν ξεκάθαρα από τα σπαγγέτι. Τί είναι όμως αυτό που τα κάνει να ξεχωρίζουν; Πρώτον είναι γυρισμένα στην Ιταλία και την Ισπανία.Δεύτερον η χρήση της βίας .Για την εποχή τους τα σπαγγέτι ήταν απίστευτα βίαια. Πολλές ταινίες λογοκρίθηκαν ή απαγορεύτηκαν τελειώς σε διάφορες χώρες λόγω πολλών σκηνών σαδιστικής βίας. Τρίτον η χρήση της μουσικής. H δομή τους με τη σταδιακή κλιμάκωση και τη  συνεχή συνοδευτική ή αντιστικτική χρήση της μουσικής θυμίζει έντονα την όπερα. Τέταρτον-περιέχουν περισσότερη δράση. Πέμπτον-σε μία προτεσταντική κατά βάση χώρα, όπως είναι οι ΗΠΑ, στα σπαγγέτι δεν υπάρχει τίποτα προτεσταντικό! Όλοι οι ιερείς, οι εκκλησίες, ακόμα και τα ονόματα πολλών ηρώων (Hallelujah, Cemetery, Trinity) είναι καθολικά. Έκτον και ίσως σημαντικότερο. Καμμία αξία ή ιδανικό της αμερικάνικης  άγριας Δύσης δεν επικρατεί στα σπαγγέτι.Η έννοια της πίστης στην κοινότητα,την οικογένεια,  την προγονική γη,η φιλία και η αλληλεγγύη, η ελπίδα για ένα μέλλον ελεύθερων και ανώτερα ηθικών ανθρώπων, όπως θέλουν ανοήτως να θεωρούν τους εαυτούς τους οι Αμερικάνοι, όλα αυτά απουσιάζουν από τα σπαγγέτι. Τα σπαγγέτι είχαν το θάρρος να δείξουν την αληθινή όψη της Αμερικής, ένα μέρος,όπου κυριαρχούν τυχοδιώκτες, καθάρματα πάσης φύσεως, αμοραλιστές και αρπαχτικά.
 Οι πιο γνωστοί και καλύτεροι σκηνοθέτες είναι οι τρεις Σέρτζιο,ο Σέρτζιο Λεόνε,ο Σέρτζιο Κορμπούτσι και ο Σέρτζιο Σολίμα. Καλύτερες ταινίες-τα Για μια χούφτα δολλάρια(1964),Μονομαχία στο Ελ Πάσο(1965) Ο Καλός,Ο Κακός και ο Άσχημος(1966)και το Κάποτε στην Δύση(1968)του Σέρτζιο Λεόνε, Τζάνγκο(1966),The great silence(1968),Companeros( 1970)του Σέρτζιο Κορμπούτσι, The Big Gundown (1966)του Σέτζιο Σολλίμα, Day ofAnger (1967)του Τονίνο  ΒαλέριMatalo (1970)-ένα γουέστερν πνιγμένο στη ψυχεδέλεια-, Sartana και πολλά άλλα.Το είδος θα σβήσει στα μισά της δεκαετίας του 70. Ωστόσο συνολικά παρήχθησαν 500 περίπου ταινίες. Μεγάλοι ηθοποιοί αναδείχθηκαν μέσα από αυτές,όπως ο Κλιντ  Ήστγουντ, ο Τζιαν Μαρία Βολοντέ και ο Κλάους Κίνσκι.
 Πρίν επιστρέψουμε στην πατρίδα του γουέστερν να σημειώσουμε ότι γουέστερν γυρίστηκαν στη Βραζιλία (Cangaseiro), στη Γερμανία (Winnettou) ακόμα και στην Ελλάδα (Οι σφαίρες  δεν γυρίζουν πίσω-1967, Το χώμα βάφτηκε κόκκινο-1965, Αγάπη και αίμα-1968).
                       
                    
                                 
                             
                Η επιβίωση

    Από τα μέσα όμως της δεκαετίας του 70 το γουέστερν πλέον παρακμάζει. Ένα από τα πιο αγαπημένα και εμπορικά κινηματογραφικά είδη σχεδόν σβήνει. Το μεγάλο κοινό του γυρίζει την πλάτη και οι μόνοι που ενδιαφέρονται είναι οι διανοούμενοι και ορισμένοι πιστοί οπαδοί .Ελάχιστες ταινίες γυρίζονται με μικρή όμως επιτυχία. Ο Κλιντ Ήστγουντ-γνήσιο τέκνο του γουέστερν- θα υπηρετήσει με ευλαβική συνέπεια το είδος προσφέροντάς μας ανεπανάληπτες ταινίες (Περιπλανώμενος Πιστολέρο -1972 ,Εκδικητής εκτός Νόμου-1976, πάνω απ’όλα όμως τους Ασυγχώρητους-1992,το τελευταίο μεγάλο γουέστερν, μία ταινία,που προσθέτει την τελευταία λέξη για το είδος. Το 1981 ο Μάικλ Τσιμίνο θα σκηνοθετήσει το Heaven's gate, το πιο επαναστατικό γουέστερν -πολλοί το θεωρούν δικαίως ξεκάθαρα μαρξιστικό, του οποίου όμως στην Αμερική του Ρήγκαν η αποτυχία είναι παταγώδης. Το 1985 το Silverado αποτελεί μια φρέσκια ανάσα, χωρίς όμως να υπάρχει συνέχεια. Ωστόσο εξακολουθούν να γυρίζονται γουέστερν μέχρι και τις μέρες μας, απλά είναι λίγα. Το Slow West (2015) και τo Bone Tomahawk (2015) ανανεώνουν την θεματική και τη φόρμα του, χωρίς όμως να μπορούν να θεωρηθούν κλασσικά.Τα τελευταία 20 χρόνια όμως εμφανίστηκαν τρείς ταινίες,οι οποίες δίκαια θα συγκαταλέγονταν σε μία ανθολογία του είδους-Ο Νεκρός-1995 του Τζιμ Τζάρμους, Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράντα-2005 του Τόμυ Λη Τζόουνς και το Django Unchained του Κουέντιν Ταραντίνο-2012όπου ο Κουέντιν σαν καλός μαθητής αποτίει τον πρέποντα φόρο τιμής στους μεγάλους δασκάλους του σπαγγέτι γουέστερν. Ελπίζουμε ωστόσο στο μέλλον να επιστρέψει και να ξανακερδίσει την δεσπόζουσα θέση, που του αξίζει,στην κινηματογραφική βιομηχανία αλλά περισσότερο στις καρδιές των θεατών.


                         



Βιβλιογραφία-
Το γουέστερν-Μπάμπης Ακτσόγλου,εκδόσεις Αιγόκερως 1988
Η Ιστορία του Κινηματογράφου, Κιθ Ρίντερ Αιγόκερως 1985
Ιστορία του Κινηματογράφου-Στάθης Βαλούκος.Αιγόκερως  2003
Ιστορία του Παγκόσμιου Κινηματογράφου-Ζωρζ Σαντούλ, εκδ.Δαμιανός
10,000 Ways To Die-Alex Cox  Oldcastle Books 2009
Once Upon a Time in Italy: The Westerns of Sergio Leone Christopher Frayling Thames and Hudson 2005
Radical Frontiers in the Spaghetti Western: Politics, Violence and Popular Italian Cinema (International Library of Visual Culture) –Austin Fisher, I.B.Tauris 2011

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019

Σήκωσε τα κόκκινα φανάρια (1991)




Σκην.-  Yimou Zhang

Με τους-  Li GongJingwu Ma

   Στα τέλη της δεκαετίας του 80 εμφανίζεται στην Κίνα μία σειρά κινηματογραφιστών, οι οποίοι μεγάλωσαν κυρίως την εποχή της Πολιτιστικής Επανάστασης (1966-69) και αποτελούν το νέο κύμα ή αλλιώς την <<πέμπτη γενιά>>, όπως ονομάστηκε το συγκεκριμένο ρεύμα. Κοινά τους στοιχεία η κριτική-έμμεσα-πάντα στο καθεστώς και την κινέζικη κοινωνία αλλά-και αυτό είναι το αξιοθαύμαστο-η τήρηση όλων των αισθητικών κανόνων και τεχνοτροπιών της κινέζικης τέχνης, κυρίως της μεγαλειώδους κινέζικης όπερας .Εδώ να σημειώσουμε ότι οι Κινέζοι είναι το μοναδικό έθνος, που τιμά και σέβεται την παράδοση του, περισσότερο από κάθε άλλο. Οι πιο γνωστοί εξ αυτών είναι ο Τιαν Ζουνγκ, ο Τσεν Κάιγκε, ο οποίος θα γυρίσει το αδιαφιλονίκητο αριστούργημα της σχολής, Αντίο Παλλακίδα μου, και ο Ζαν Γιμού.
  Ο Ζαν Γιμού είναι ο πιο γνωστός από τους τρεις, καθώς αργότερα γύρισε τον Ήρωα, μία ταινία δράσης, με τεράστια επιτυχία κυρίως στο δυτικό κοινό. Το 1991 η τρίτη του ταινία συντάραξε τους σινεφίλ όλου του κόσμου. Διθυραμβικές κριτικές γράφηκαν παντού, γνωστοί Γάλλοι κριτικοί κήρυτταν ότι ανακαλύφθηκε ο νέος Κουροσάβα, ο οποίος παρόμοια το 1951 έκανε την Ευρώπη να παραληρεί με το Ρασομόν του.
  Η ταινία παρακολουθεί μία φτωχή, μορφωμένη γυναίκα να πουλιέται ουσιαστικά σε έναν πλούσιο σύζυγο ως η τέταρτη παλλακίδα του. Από εκείνη την στιγμή φυλακίζεται σε ένα τεράστιο κτίριο, γεμάτο διαδρόμους και δωμάτια, σωστή φυλακή. Ο σύζυγος κάθε βράδυ περνάει το βράδυ με μία από τις παλλακίδες του, υψώνοντας κόκκινα φανάρια μπροστά από το δωμάτιο της <<τυχερής>>. Η ζωή της πρωταγωνίστριας θα μετατραπεί σε μια αληθινή κόλαση, αφού εκτός από την απρόσωπη εξουσία του αφέντη έχει να αντιμετωπίσει και τις δολοπλοκίες, τις ζήλιες και τις ίντριγκες των υπόλοιπων παλλακίδων. Χαμένη σ’ ένα λαβύρινθο τόσο μεταφορικά όσο και κυριολεκτικά, θα προσπαθήσει να επιβιώσει συνάπτοντας συμμαχίες με τις υπόλοιπες. Η καχυποψία, η έχθρα και η ζήλια κυριαρχούν ωστόσο μεταξύ τους. Δέσμιες του άντρα τους αλλά και τον καταπιεστικών φαλλοκρατικών εθίμων και παραδόσεων επιδίδονται σ’ έναν ανηλεή υπόγειο πόλεμο, ούτως ώστε να κερδίσουν την εύνοια του κυρίαρχου αρσενικού.
     
    

    

       Εδώ λοιπόν έγκειται το πρόβλημα ,που θέτει η ταινία. Τον σκηνοθέτη τον ενδιαφέρει το ζήτημα της εξουσίας και της επίδρασής της κυρίως στους ίδιους τους καταπιεζόμενους. Η πατριαρχική εξουσία του συζύγου-αφέντη είναι σκληρή αλλά απρόσωπη, δεν είναι τυχαίο ότι το πρόσωπο του συζύγου ποτέ δεν φαίνεται .Αυτό, που αποκαλύπτεται μέσα στη φρίκη του είναι οι μικροεξουσίες, που χρησιμοποιούν σαδιστικά οι παλλακίδες, ακόμη και οι υπηρέτριες αναμεταξύ τους. Πιο πολύ αγανακτούμε με αυτές, παρά με τον αφέντη. Ο Γιμού λοιπόν, αφού επικρίνει τις κοινωνικές δομές και την πατριαρχία, πηγαίνει ακόμα παραπέρα. Η σχέση εξουσίας είναι διαλεκτική, αν δεν υπάρχουν δούλοι, δεν υπάρχουν άρχοντες. Οι περισσότεροι κριτικοί χαρακτήρισαν την ταινία φεμινιστική-και φυσικά είναι.Η πατριαρχία συνθλίβει τα πάντα εκτός απο τον άνδρα αφέντη! Άλλοι θεωρούν ότι η ταινία κριτικάρει μία εποχή,την προεπαναστατική Κίνα. Ωστόσο θα λέγαμε ότι το ζήτημα,που θέτει ο Γιμού δεν είναι μόνο το πρόβλημα της πατριαρχικής εξουσίας αλλά της εξουσίας ευρύτερα. Τον απασχολεί η εξουσία των κάτω προς τους όμοιούς τους. Μία εξουσία, που σαν τη λερναία ύδρα έχει πολλά κεφάλια και πολλαπλασιάζεται αυτομάτως και παντού. Στο κόμμα, στη δουλειά, στις σχέσεις φιλικές ή ερωτικές, στις ομάδες και πάει λέγοντας.
  Η ίδια η ταινία αισθητικά αγγίζει την τελειότητα. Τα πάντα είναι άψογα. Τα χρώματα (ο σκηνοθέτης σε όλες του τις ταινίες έχει ιδιαίτερη εμμονή με το χρώμα και δη το κόκκινο), η κίνηση της κάμερας, η χρήση  της μουσικής-κυρίως στο εκπληκτικό φινάλε-μας δείχνουν την εκπληκτική βιρτουοζιτέ του σκηνοθέτη, ο οποίος γίνεται σχεδόν αφαιρετικός αποδραματοποιώντας την ιστορία. Σπάνια βλέπουμε σε καλλιτεχνικά έργα η ιδέα και η φόρμα να αλληλοσυμπληρώνονται τόσο σωστά και κατάλληλα. Αξίζει επιπλέον να αναφέρουμε ότι παρ΄ όλη την δυστυχία και απελπισία, που διαπνέει την ταινία, οπτικά τίποτα τέτοιο δεν κυριαρχεί . Δεν έχουμε εδώ δηλαδή την περίπτωση της φωτογένειας της αθλιότητας, αντιθέτως η εικαστική ομορφιά θριαμβεύει. Βασική αιτία και για την αισθητική αρτιότητα της ταινίας είναι ο πανάρχαιος Κινέζικος πολιτισμός. Πραγματικά, αν το συγκεκριμένο φιλμ ήταν Δανέζικο π.χ. και όχι Κινέζικο δεν πιστεύουμε ότι θα είχε την ίδια γοητεία. Είναι η Κίνα, που υπάρχει σε κάθε πλάνο του φιλμ και ο πολιτισμός της που το καθιστούν αριστούργημα. Το θέμα ωστόσο, όπως είδαμε είναι οικουμενικό - θεσμοί, εξουσία, καταστροφή της ζωής του ανθρώπου. Θα προσθέταμε ότι ακόμη και η ίδια η βραδεία, ψυχαναγκαστική εξέλιξη της υπόθεσης εξυπηρετεί τέλεια την ιδέα της ταινίας, πως δηλαδή ασκείται αποτελεσματικά η εξουσία-ήρεμα, τυραννικά με σαδιστική απόλαυση όλων των μετεχόντων.


                                      





BLADE RUNNER

        To Blade Runner δεν ήταν ποτέ μόνο μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Μπορεί η αφετηρία του να ήταν το <<Do Androids ...